Μετασχηματισμός


> transformation


Μετασχηματισμός [metasximatizmós] (noun); transformation (process of change)

 

Η σταδιακή αλλαγή του σχήματος.

Η σταδιακή αλλαγή της δομής.

Η σταδιακή αλλαγή της συνείδησης.

Η σταδιακή και επώδυνη αλλαγή του εαυτού.

Η, με πλήρη συνείδηση, αλλαγή του εαυτού.

Η, χωρίς θεαματικές ρήξεις, αλλά με πλήρη συνείδηση του χρόνου, αλλαγή του εαυτού.

Η χωρίς θεαματικές ρήξεις, αλλά με πλήρη επίγνωση του πριν του τώρα και του μετά, αλλαγή του εαυτού μου.

Η, με πλήρη επίγνωση του πριν του τώρα και του μετά, αλλαγή της δράσης μου.

Η, με πλήρη επίγνωση, αλλαγή της δράσης μου μέσα από την επανάληψή της.

Η, με πλήρη επίγνωση, αλλαγή της δράσης μου μέσα από την επιτελεστική της επανάληψη.

Η αλλαγή της δράσης μου μέσα από την επιτελεστική της επανάληψη όπου προσθέτω κάτι νέο σε κάθε επανάληψη.

Η αλλαγή της δράσης μου μέσα από την επιτελεστική της επανάληψη όπου αφαιρώ κάτι σε κάθε νέα επανάληψη.

Η αλλαγή της θέσης μου μέσα από την επιτελεστική επανάληψη μιας δράσης που συνεχώς εξελίσσεται. 

Η αλλαγή της θέσης μου μέσα από μια δράση που συνεχώς εξελίσσεται αλλάζοντας σημείο εστίασης.

Η αλλαγή της θέσης μου μέσα από τη μεταφορά της εστίασής μου μέσα στο σώμα.

Η αλλαγή του επιτελεστικού μου εαυτού μέσα από τη μεταφορά της εστίασης μου από το δεξί μου χέρι, στον αγκώνα, στον ώμο, στο αυτί, στο μέτωπο, στο στέρνο, στο κέντρο μου, και από εκεί;

Η αλλαγή του επιτελεστικού μου εαυτού μέσα από τη μεταφορά της εστίασής μου εντός του σώματος του έργου μου, και από εκεί;

Η αλλαγή του επιτελεστικού μου εαυτού μέσα από τη μεταφορά της εστίασής μου εντός του παρόντος σώματος των σκέψεών μου, με τί κατεύθυνση;

Η αλλαγή εντός μου, από τις παρούσες σκέψεις μου προς;

Ο μετασχηματισμός μου από το παρόν μου πρός;

Ο μετασχηματισμός μου προς;

Mετασχηματισμός;

 

Author and translator: Medie Megas