ρεύμα


> current, movement (in art)


ρεύμα [révma] (noun); current, movement (in art)

Σύμφωνα με την έβδομη και τελευταία σημασία που αναφέρεται στο Νέο Ελληνικό Λεξικό του Εμμανουήλ Κριαρά και των συνεργατών του το ουσιαστικό “ρεύμα” μπορεί να σημαίνει “τάση μέσα στη λογοτεχνική ή καλλιτεχνική κίνηση”. Παραπλήσια σημασία έχει και ο όρος “κίνημα”. Το ρεύμα διαφέρει εν τούτοις από το κίνημα κατά το εξής σημαντικό: το κίνημα είναι πάντοτε οργανωμένο και κατά κανόνα συνοδεύεται από ένα καλλιτεχνικό (αλλά πολύ συχνά και κοινωνικοπολιτικό) μανιφέστο το οποίο συνυπογράφεται από τους ομοϊδεάτες καλλιτέχνες, επίσης στην περίπτωση του ρεύματος η έκφρασή του προηγείται και έπεται η θεωρητική ανάλυσή του από τους επιστήμονες, πολλές φορές μάλιστα προκαλώντας την αντίδραση των καλλιτεχνών, που πολύ συχνά αντιδρούν στην κατηγοριοποίησή τους από τους θεωρητικούς. Επιπλέον, ενώ στην περίπτωση του κινήματος τα πράγματα είναι καθαρά και επικρατεί μια σχετική σύμπνοια ανάμεσα στους θεωρητικούς, στην περίπτωση του ρεύματος πολύ συχνά παρατηρούνται μέχρι και έριδες κατά την προσέγγισή του από τους θεωρητικούς, αλλά και από τους απλούς θεατές, που μπορεί και να μην αποδέχονται καθόλου έναν όρο και να αντιμάχονται πλήρως την θεωρητική προσέγγιση ενός επιστήμονα. Τρανό παράδειγμα περί αυτού το “θέατρο του παραλόγου” πριν από μερικές δεκαετίες, με τις τόσες ανακοινώσεις και συζητήσεις σε συνέδρια που ποτέ δεν οδηγούν σε ασφαλή ή τουλάχιστον γενικώς αποδεκτά συμπεράσματα παρά το χρονικό διάστημα που έχει προηγηθεί και που μας δίνει τη δυνατότητα να βλέπουμε την καλλιτεχνική έκφραση πιο αποστασιοποιημένα και οξύνει, τις περισσότερες φορές, την κριτική μας ικανότητα απέναντί της.


Author: Spyros Petritis 
Translator: Efrosini Protopapa