φύλο


> gender


φύλο [filo] noun; gender 

Ορισμοί Λεξικού: Το φύλο ορίζεται από μία σειρά χαρακτηριστικών που χρησιμοποιούνται για τη διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών και τα αρσενικά και θηλυκά χαρακτηριστικά που τους έχουν ανατεθεί. Ανάλογα με το πλαίσιο, τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν το φύλο διαφοροποιούνται από το σεξ, τον κοινωνικό του ρόλο και την ταυτότητα του φύλου.

Υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις γύρω από το σώμα και το φύλο του με κύρια αυτή μεταξύ του «φυσικού σώματος» και του «βιωματικού σώματος». Η βασική διαφοροποίηση έγκειται μεταξύ ενός αντικειμενικού χαρακτηρισμού του σώματος, όπως αυτός γίνεται στην φυσική επιστημονική έρευνα (ανατομία, φυσιολογία, νευρολογία, βιολογία και χημεία), και ενός βιωματικού χαρακτηρισμού που περιγράφει ορισμένες δομές του σώματός μας ανάλογα με το πώς είμαστε και έχουμε ένα σώμα, δηλαδή με τον τρόπο που το σώμα διαπλέκεται με το ανθρώπινο περιβάλλον.

Ενώ οι κοινωνικές επιστήμες προσεγγίζουν μερικές φορές το φύλο ως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, όπως οι μελέτες μεταξύ των δύο φύλων κάνουν συχνά, σχετική έρευνα στις φυσικές επιστήμες εξετάζει αν οι βιολογικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών επηρεάζουν την ανάπτυξη του φύλου στον άνθρωπο. Και οι δύο επιστήμες προβληματίζονται για το πόσο οι βιολογικές διαφορές επηρεάζουν την ταυτότητα σχηματισμού του φύλου.

Στην Περφόρμανς το σώμα και το πώς εκτελεί βρίσκεται σε άμεση σύνδεση με απόψεις όπως αυτές που προαναφέραμε όπου γίνεται διάκριση μεταξύ μιας πιο αντικειμενικής ιδιότητας και θέασης του σώματος σε μια πιο βιωματική εμπειρία και έκφραση του σώματος. 

Author and translator: Ζωή Δημητρίου