χωρογραφία


> spacegraphy


χωρογραφία [chorografía] (noun); spacegraphy

Η χρήση της στη γεωγραφία ως τη γενική περιγραφή κάποιας χώρας. Ο Γιάννης Πεπονής χρησιμοποίησε τον όρο στο πλαίσιο της αρχιτεκτονικής και ο H.T.Lehmann, στο βιβλίο του Μεταδραματικό Θέατρο, τοποθέτησε την λέξη chora-graphy με ενωτικό δανειζόμενος από την Κρίστεβα την έννοια της χώρας η οποία την δανείστηκε από τον Πλάτωνα. 

Χωρογραφία: 

1) η διαδικασία της κατάληψης ενός κενού ιδιόχρηστου ή κοινόχρηστου χώρου από ένα πρόσωπο/α ή πράγμα – αυτό που ζήσαμε στο θέατρο Εμπρός λίγες μέρες πριν 

2) το εγχείρημα της κίνησης σε μία έκταση, επιφάνεια, διάστημα που έχει ορισμένο πλάτος, μήκος ή και ύψος και η μετακίνηση / διεύρυνση αυτών

3) η μετακινούμενη θέση ενός ή πολλών σωμάτων – δρώντων ή θεατών – σε ένα περιβάλλον.

4) η κίνηση της ύλης/υλικού/υποκείμενου/αντικείμενου μέσα στο άπειρο διάστημα, μία αλληλουχία εξερεύνησης διαθέσιμου χώρου.

Η σημερινή, συνήθης και συχνή της χρήση της είναι σε ποδοσφαιρικούς αγώνες όπου οι φίλαθλοι καταλαμβάνουν ολόκληρες συνεχόμενες θύρες, κρατώντας χαρτόνια που όλα μαζί φτιάχνουν λέξεις και εικόνες – από νούμερα έως εκπληκτικές νεκροκεφαλές, ή απλώνοντας τεράστια υφάσματα . Οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού καθώς και του Παναθηναϊκού είναι αρκετά γνωστοί στην Ευρώπη για τις εντυπωσιακές χωρογραφίες τους. 

Χωρογραφία: στο πλαίσιο των παραστατικών τεχνών – ως τεχνών με βάση το χρόνο – είναι το αποτέλεσμα σύγκλισης όλων των επιμέρους διαδικασιών για τους δημιουργούς – σύλληψη, σκηνοθεσία, σκηνογραφία, χορογραφία,κλπ – μαζί με το ενέργημα του ανθρώπινου σώματος του θεατή στο χώρο. English spacegraphy / French mise-en-espace.

Author and translator: Αντώνης Βολανάκης