ωραίο


> beautiful


ωραίο [oréo] (adjective); beautiful

Marina Abramovich – γκομενάρα


ὡραῖος `όμορφος΄, αρχ. σημ.: `στη σωστή στιγμή, κατάλληλος΄ ωριμος, αυτός που έρχεται στην ώρα του, η στιγμή – η οποία δεν είναι απαραίτητα ζωντανή αλλά παρούσα – που συντονίζεται πομπός και δέκτης, η συγχρονικότητα τους που είναι ωραία στην ώρα της, αυτός που δεν αντέχει άλλο τη μοναξιά και βγαίνει έξω σε σύγχρονο χρόνο και τη μοιράζεται.

Αυτός που μας θέλγει, ευχαριστεί τις αισθήσεις μας, που ικανοποιεί ή συναρπάζει: που προκαλεί ένα συναίσθημα κιναισθητικής ευαρέσκειας στο σώμα, στο μυαλό και στη ψυχή.

Τα πάντα στις παραστατικές τέχνες μπορούν να είναι ωραία και άσχημα ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο εμπειρίας του θεατή και τη θέση που βρίσκεται το ίδιο το έργο για το ερμηνευτικό του εγχείρημα. Ωραίο είναι αυτό που χειραφετεί τον θεατή.

Ευλογημένος ο Ranciere

Author and translator: Αντώνης Βολανάκης