ξένος-η-ο


> stranger


ξένος-η-ο [ksénos] (noun/adjective); stranger

Aυτός ή αυτό που δεν είναι δικός μου, που δεν μου ανήκει. ξένος, ξένη: Κάποιος που δεν είναι πολίτης της χώρας στην οποία διαμένει. Εκείνος που περνά το σύνορο, ο “dangerous border crosser” (Guillermo Gomez-Peña). Παράγωγα: η ξενιτιά, τα ξένα: η ξένη γη, αλλά και η εξορία. ξενίτης: ο ξένος όπου γης. Απαντά σε δημοτικά τραγούδια, π.χ: “Ξενίτης και πραματευτής”, “Ξενίτη να μην πάρουνε αν θέλουν να μην κλάψουν”. ξένιος, -α, -ο: ο φιλοξενητής. ξενία: η φιλοξενία. ξενίζω: Φιλοξενώ, υποδέχομαι κάποιον, αλλά και παραξενεύω, προκαλώ έκπληξη. ξένος, -η: αυτός που δεν περνά απαρατήρητος, που ο τρόπος του να υπάρχει ξενίζει αθέλητα τους άλλους, προκαλεί το βλέμμα τους, τον μετατρέπει σε θέαμα. Ο ταυτόχρονα δέσμιος της καταγωγής του και ελεύθερος στην καινούρια “terra incognita”. Στην ποιητική της συλλογή Estado de Exilio (Κατάσταση εξορίας), η Κριστίνα Πέρι Ρόσσι γράφει: Mi ignorancia de la nomenclatura/ me permite bautizar con otros nombres/ Mi ajenidad/ Es la ciudadania universal de los suenos (Αγνοώντας την ονοματολογία/ Μπορώ να βαφτίζω με άλλα ονόματα/ Όντας ξένη/ έχω την οικουμενική υπηκοότητα των ονείρων.

Author and translator: Μάριος Χατζηπροκοπίου