μάρτυρας


> witness, martyr


μάρτυρας [mártiras] (noun); witness, martyr

1) Αυτός/ή που ακούει ή βλέπει κάτι τη στιγμή που αυτό γίνεται.

2) Αυτός/ή που είδε, άκουσε ή γενικά γνώρισε / ένιωσε μια παράσταση, έτσι ώστε να μπορεί να δώσει πληροφορίες για αυτή.

3) Αυτός/ή που κατονομάζεται σε μια αίτηση για επιχορήγηση καλλιτεχνικού έργου ως ο/η εποφελούμενος από αυτή.


Παράδειγμα:
Μάρτυς μου ο Θεός, η παράστασή μου θα αλλάξει τη ζωή των θεατών / μαρτύρων μου για πάντα. 


4) Αυτός/ή που βασανίστηκε ή και θανατώθηκε για τις πεποιθήσεις του.

– (κατ' επέκταση) που ζει μέσα σε ταλαιπωρίες


Παραδείγματα:

– Ο θεατής που βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισε να δει μια παράσταση.

– Ο καλλιτέχνης που βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισε να γίνει καλλιτέχνης και δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο.


5) Ο θεάτης που συμμετέχει ενεργητικά σε μια παράσταση μέσω της συνοικοδόμισης του νοήματος με το/τη δημιουργό του καλλιτεχνικού έργου.

6) Αυτός/ή που είναι παρόν, παρατηρεί με λεπτομέρεια και διαβάζει την παράσταση.

7) Αυτός/ή που παρακολουθεί και βιώνει τον μόχθο των καλλιτεχνών πάνω στη σκηνή.

8) Αυτός/ή δίχως τον/την οποίο/α δεν θα υπήρχε παράσταση.

Σύνθετα:
– νεομάρτυρας: η γενιά των νέων καλλιτεχνών που νιώθει ακόμα περισσότερο τα αποτελέσματα των περικοπών στις επιχορηγήσεις καλλιτεχνικών έργων.

– οσιομάρτυρας: οι Διευθυντές σχολών Δράματος, Χορού και γενικότερα των Ανθρωπιστικών και Καλλιτεχνικών σχολών που συνεχίζουν να διευθύνουν τα προγράμματα παρά τις περικοπές και του ως αποτέλεσμα έξτρα φόρτου εργασίας. 

– ψευδομάρτυρας: Ο θεατής που υποστηρίζει ότι του/της άρεσε μία παράσταση ενώ στην πραγματικότητα κοιμόταν κατά τη διάρκειά της.

Author and translator: Κατερίνα Παραμάνα