ήρωας


> hero


ήρωας [iroas] noun; hero

Ορισμοί Λεξικού:

1) Στη μυθολογία ήρωας είναι ο άνθρωπος, συχνά θείας καταγωγής, ο οποίος είναι προικισμένος με πολύ θάρρος και δύναμη, φημίζεται για τα θαυμαστά κατορθώματά του, και ευνοείται από τους θεούς.

2) Ένα πρόσωπο που χαρακτηρίζεται για τους άθλους του θάρρους του ή την ευγενή φύση του σκοπού του, ειδικά ένας που έχει διακινδύνευσει ή θυσίασει την ζωή του.

Η αντίποδας μιας τέτοιας έννοιας είναι ο «αντιήρωας», ο οποίος επιδιώκει να τοποθετήσει αξία όχι στις ακραίες πράξεις και το θαυμαστό, αλλά στο καθημερινό και πεζό, σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει την συμπάθεια και το θαυμασμό και να δώσει έμφαση στην διαδικασία των πραγμάτων που μπορεί δυνητικά να οδηγήσει σε κάτι «ηρωικού» χαρακτήρα, εναντιώνοντας έτσι στην θεοποίηση όποιας δράσης και την ιεράρχηση του τελικού προϊόντος.

Author and translator: Ζωή Δημητρίου