κραυγή


> cry


κραυγή [kravgí] (noun); cry

Η κραυγή στη σύγχρονη περφόρμανς συνδέεται περισσότερο με την απελευθέρωση και με την επικοινωνία με το ασυνείδητο, παρά με την οιμωγή της αρχαίας τραγωδίας. Είναι η κραυγή της κάθαρσης και όχι τόσο του ελέου και του φόβου. Καθώς ο ανθρώπινος πόνος έχει βρει τη θέση του στη θεματολογία του ζωντανού θεάματος, η ανθρώπινη κραυγή έφτασε σταδιακά στο σημείο να αποτελέσει μοναδικό εργαλείο μιας ολόκληρης παράστασης (βλ. Vincent Dupont, Hauts Cris [miniatures], MIRfestival 2010). Μια κλίμακα από διαφορετικού τύπου κραυγές δημιουργούν το πεδίο μέσα στο οποίο κινείται ο περφόρμερ και αλλάζει την ίδια του την ανταπόκριση στο ηχητικό περιβάλλον, σε μια κλιμάκωση που κινείται από τον πόνο και το πένθος ώς τον θυμό και το ξέσπασμα. Η κραυγή κάνει να αναδυθούν μέσα από τα βάθη της ψυχής του περφόρμερ όλες οι πρωτόγονες δυνάμεις που θα τον οδηγήσουν στην απελευθερωτική έκφραση των πιο ενδόμυχων συναισθημάτων του. Χρησιμοποιημένη με μαεστρία, η κραυγή είναι αυτή που βοηθά να συνδεθεί άμεσα το συναισθηματικό περιεχόμενο μιας περφόρμανς με τον συναισθηματικό κόσμο και το ασυνείδητο του θεατή.

Author: Χριστιάνα Γαλανοπούλου
Translator: Ευφροσύνη Πρωτοπαπά