επιτέλεση


> performance


H ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιτελώ. Παράγωγα: επιτελώ, -ούμαι : εκτελώ, πραγματοποιώ, επιτελεστικός: εκτελεστικός, παραστασιακός. Xρησιμοποιείται ως μετάφραση του όρου performative. Στην ελληνική βιβλιογραφία, η λέξη επιτέλεση έχει χρησιμοποιηθεί ως μετάφραση του αγγλικού όρου performance κυρίως στο χώρο της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Σε ορισμένα τμήματα ελληνικών πανεπιστημίων, διδάσκεται το μάθημα Ανθρωπολογία της Επιτέλεσης, ενώ οι performance studies έχουν κατά καιρούς μεταφραστεί ως σπουδές επιτέλεσης ή ακόμη επιτελεστικές σπουδές. Στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης, η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί σποραδικά ως μετάφραση των όρων perfomance art ή art-action, οι οποίοι συνηθέστερα μεταφράζονται ως (εικαστική) δράση, ή (καλλιτεχνικό) δρώμενο. Τελευταία, η λέξη performance τείνει να χρησιμοποιείται αμετάφραστη. Σύμφωνα με το Δημοσθένη Αγραφιώτη, το μόρφημα τελ στη λέξη επιτέλεση “παραπέμπει στην εκπλήρωση σκέψης, ευχής, ή προφητείας”. “Στα ομηρικά έπη, ο ταξιδιώτης επιτελεί, τελειώνει την πορεία του οδεύοντας προς το νόστο, την επιστροφή στην πατρίδα”. Το αρχαίο ρήμα τελάω,-ώ “σήμαινε την πραγμάτωση ενός ταξιδιού” και ο απαρεμφατικός τύπος του (τελείν) δήλωνε μια ενέργεια “σε απόλυτη συμφωνία προς κάποιο σχέδιο, εντολή, προσευχή, υπόσχεση ή προφητεία”. Η σχέση αυτή είναι εύγλωττη και σε άλλες λέξεις με το μόρφημα τελ, όπως τελετή, τέλειο, τελεία, εκτέλεση, ατελές, συντέλεση, τελεστής, εκτελεστής, τελεσφορία, τετελεσμένο, τελείωσα.

Author and translator: Μάριος Χατζηπροκοπίου