γλώσσα


> language, tongue


γλώσσα [glōssa] (noun); language, tongue 

Πολλοί γλωσσολόγοι επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την πολύπλοκη έννοια της «γλώσσας». Ένας σχετικά πλήρης και σαφώς οριοθετημένος ορισμός είναι αυτός της Bussmann στο βιβλίο της «Dictionary of Language and Linguistics» (1996). Κατά την ίδια, η γλώσσα είναι ένα καθορισμένο σύστημα σημείων και συνδυαστικών κανόνων που είναι αυθαίρετοι αλλά θεσμοθετούνται και μεταβιβάζονται ως συμβάσεις. Το σύστημα αυτό χρησιμοποιείται για την διατύπωση και συναλλαγή απόψεων, γνώσεων και πληροφοριών, καθώς και για την μετάδοσή τους από γενιά σε γενιά. Bασίζεται σε νοητικές διαδικασίες και καθορίζεται από το εκάστοτε κοινωνικό σύστημα. (Ελεύθερη μετάφραση κειμένου από Bussmann, σ. 627).

Με βάση το οτι η γλώσσα αποτελεί ένα αυθαίρετο σύστημα που γίνεται αποδεκτό ως σύμβαση, θα πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες και επαναλλαμβανόμενο λεξιλόγιο που βασίζεται στην αντιγραφή και επικόλληση, εντός συγκεκριμένου πλαισίου. Απαιτεί συνέπεια, αποδοχή και υποταγή από τους χρήστες της. Λόγω των παραπάνω χαρακτηριστικών της γλώσσας ως σύστημα, ο παραλληλισμός της με την θεσμοποίηση των τεχνών είναι αναπόφευκτος. 

Η κάθε γλώσσα ως διαφορετικό σύστημα αντικατοπτρίζει τα άτομα που την χρησιμοποιούν και την διαμορφώνουν αλλά ταυτόχρονα καθορίζει και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Αν συνυπολογιστεί το γεγονός ότι κάθε σύστημα θεωρείται καταρχήν καταλληλότερο για τον ιδρυτή του, τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η κάθε γλώσσα συνδέεται άμεσα με τις κοινωνικές συνθήκες που την γεννούν. 

Η δύναμη ενός θεσμού έγκειται στο ότι προσφέρει σταθερότητα και ασφάλεια δημιουργώντας ένα στέγαστρο υπό το οποίο όλα δομούνται και παρουσιάζονται με βάση συγκεκριμένους κανόνες. Αυτή η σταθερότητα υποστηρίζει και υποστηρίζεται από την καταγραφή και τη συντήρηση της ιστορίας και της σχετικής με την πολιτιστική κληρονομιά γνώσης. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η σταθερότητα και η συντήρηση μιας γλώσσας είναι καίριας σημασίας για την συνέχιση και την ενδυνάμωση ενός έθνους. Κάτω από αυτό το στέγαστρο προσφέρεται η ψευδαίσθηση της δυνατότητας επιλογής και επομένως της ελευθερίας.

Bussmann, H. (1996). Dictionary of Language and Linguistics. London, New York: Routledge

Author and translator: Στέλλα Δημητρακοπούλου