ανάγνωση


> reading


ανάγνωση [anágnosi] (noun); reading

ανάγνωση < ανα + γνώση (ana + γnosi) 

ουσιαστικό < αρχαία ελληνική ἀνάγνωσις < ἀναγιγνώσκω


ανα + γνώση

Πρόθημα ανα-:

α) προς τ' απάνω: αναδύομαι, άνοδος, ανάβαση, ανάδυση

β) προς τα πίσω: αναγυρίζω, αναχαιτίζω, ανάπλοια

γ) αντίθετα προς: ανάπλωρα, αναπλωρίζω

δ) ξανα-, πάλι: αναζώ, αναγέννηση, ανακατάταξη


Ανάγνωση:

1) η αναγνώριση των σημείων και των συμβόλων που συνθέτουν ένα κείμενο / μία παράσταση, καθώς και η κατανόηση του περιεχομένου τους

2) η κατανόηση της σημασίας συμβόλων ή σημείων στην καθημερινότητα / στην performance

3) η αποκωδικοποίηση σημείων

4) η απόδοση ενός κειμένου ενώπιον ενός ακροατηρίου ή όχι

5) η κατανόηση των συμβόλων μιας άγνωστης ακόμη γλώσσας, της γλώσσας (των συγκεκριμένων επιλογών) μιας παράστασης 

6) η ερμηνεία ενός μηνύματος με πολλές σημασίες

7) (ανα / προς τ’ απάνω + γνώση): η πράξη του να φέρνεις γνώση στην επιφάνεια 

8) (ανα / προς τα πίσω / αντίθετα προς + γνώση): η πράξη του να ανατρέπεις υπάρχουσα γνώση / κατανόηση των πραγμάτων 

9) (ανα / ξανα- + γνώση): η πράξη του να επαναξετάζεις υπάρχουσα γνώση / κατανόηση των πραγμάτων 

10) αναγωγή, αλληγορική ερμηνεία

11) η συγκεκριμένη / ιδιαίτερη ερμηνεία μιας παράστασης 

12) η νοητική αναπαράσταση του νοήματος ή της σημασίας κάποιου πράγματος, με τη μορφή ιδέας ή εικόνας 

Συνώνυμα 

οικοδόμηση, εντύπωση, αντίληψη, κατανόηση, σύλληψη, αναπαράσταση

Author and translator: Κατερίνα Παραμάνα