βίαιος/η/ο


> violent


βίαιος/η/ο [víeos] (adjective); violent

Το επίθετο “βίαιος” παράγεται από το ουσιαστικό “βία”. Σύμφωνα με το Νέο Ελληνικό Λεξικό του Εμμανουήλ Κριαρά και των συνεργατών του το ουσιαστικό “βία (ή βια)” σημαίνει κατά πρώτο λόγο τη “χρήση διαφόρων μέσων για να επιβληθεί η θέλησή μας”. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον μιλάμε για τις παραστατικές τέχνες, η θέληση ταυτίζεται με το αισθητικό και –γενικότερα – δημιουργικό όραμα του καλλιτέχνη, με το στόχο που έχει θέσει και που θέλει να τον επιτύχει μέσω του έργου του, και τα μέσα του είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο ο ίδιος του ο εαυτός, οι κινήσεις του σώματός του και ο φωνούμενος λόγος του, το έργο του ως “σημαίνον”. Στην αρχαία ελληνική τραγωδία αν και οι δυνατότητες που προσέφεραν οι μύθοι για μια βίαιη αναπαράστασή τους ήταν απεριόριστες, ωστόσο οι ποιητές ήταν πολύ φειδωλοί στο να προσφέρουν βία στους θεατές των έργων τους. Έπρεπε, σύμφωνα και με την Ποιητική του Αριστοτέλη, να δείχνουν την πραγματικότητα με έναν εξιδανικευμένο τρόπο. Στη σύγχνονη εποχή, εν έτει 2011, πολλά έχουν αλλάξει, όσο και αν τα βασικά μέσα έχουν μείνει ίδια. Έτσι, τόσο το κοινό και οι κριτικοί, όσο και οι ίδιοι βέβαια οι καλλιτέχνες, αντλούν στοιχεία από τους παραστασιακούς κώδικες άλλων παραδόσεων πλην του αρχαίου θεάτρου – και κυρίως εκτός Ευρώπης, για να θυμηθούμε τον Αρτώ – και αποζητούν την αναπαράσταση της βίας σε τέτοιο σημείο αληθοφάνειας ώστε να χάνονται τα όρια ανάμεσα στην αναπαράσταση της πραγματικότητας και την ίδια την πραγματικότητα και να υπάρχει εν τέλει κίνδυνος και για την ίδια την βιολογική υγεία και την σωματική ακεραιότητα των εμπλεκομένων. Εν τέλει, φαίνεται ότι το πειραματικό, τουλάχιστον, θέατρο επανατελετουργικοποιείται και τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την πραγματικότητα είναι υπό διαπραγμάτευση.

Author: Σπύρος Πετρίτης

Translator: Ευφροσύνη Πρωτοπαπά